Μια τσάντα μπορεί να επιβιώσει μιας συνεργασίας υπό τον όρο ότι αυτή δεν επιδιώκει να την επανεφεύρει. Για τη Zeus+Δione και τον Pierre Hardy, το διακύβευμα είναι πιο συγκεκριμένο: να περάσει ένα σιλουέτ που γεννήθηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια μέσα από το φίλτρο μιας άλλης γλώσσας, χωρίς να διαταράξει την κατασκευή του. Το Alpha γίνεται έτσι λιγότερο ένα όχημα co-branding και περισσότερο μια άσκηση φορμαλιστικής πειθαρχίας.
Το σημείο εκκίνησης είναι γνωστό: το Alpha του Pierre Hardy, ένα μοντέλο σχεδιασμένο πάνω σε μια σκόπιμα περιορισμένη, σχεδόν αρχιτεκτονική γραμμή. Η δομή του στηρίζεται σε μια σαφή γεωμετρία, μια απουσία επιδεικτικών μεταλλικών στοιχείων και έναν όγκο που ευνοεί τη συνέχεια του σχεδίου. Για τη σεζόν Φθινόπωρο-Χειμώνα 2026, η Zeus+Δione επομένως δεν παρεμβαίνει στην ίδια τη φόρμα. Ο ελληνικός οίκος δουλεύει το υλικό, το χρώμα και την πολιτισμική εγγραφή.
Η συνεργασία παρουσιάζει την τσάντα σε δύο μεγέθη, Small και Maxi, και σε τέσσερις εκδοχές συνολικά. Το καστόρι συνδυάζεται με φινιρίσματα από λείο δέρμα μοσχαριού. Η παλέτα — ροζ πούδρας, ανοιχτό καφέ, καμηλό, χακί, μαύρο και σκούρο πράσινο — επαναλαμβάνει τους τόνους της συλλογής ENOSIS. Οι τιμές κυμαίνονται από 750 ευρώ για την έκδοση Small έως 895 ευρώ για το Maxi.
Αυτό που κυρίως τραβά την προσοχή είναι η άρνηση της υπερβολής. Η Zeus+Δione, που ιδρύθηκε το 2013 από τη Δήμητρα Κολοτούρα, διεκδικεί από τα πρώτα της βήματα έναν διάλογο ανάμεσα στη σύγχρονη δημιουργία και την ελληνική χειροτεχνία. Ο Pierre Hardy, από την πλευρά του, αντιμετωπίζει εδώ και καιρό το παπούτσι και το αξεσουάρ ως κατασκευασμένα αντικείμενα, όπου η γραμμή προηγείται του διακόσμου. Η συνάντησή τους δεν παράγει επομένως ένα εντυπωσιακό υβρίδιο, αλλά μια επικάλυψη ειδικοτήτων: ένας οίκος προσφέρει ένα πολιτισμικό και χρωματικό πλαίσιο σε μια φόρμα της οποίας η ταυτότητα ήταν ήδη σταθεροποιημένη.
«Με τον Pierre, έχουμε την αίσθηση ότι μοιραζόμαστε την ίδια ηθική και τον ίδιο σεβασμό για την τεχνογνωσία», εξηγεί η Δήμητρα Κολοτούρα. Ο Pierre Hardy, από την πλευρά του, επιμένει στην προσωπική του σχέση με την Ελλάδα, την οποία περιγράφει ως ένα έδαφος στο οποίο επιστρέφει για να ξαναβρεί «όλα όσα αγαπά» και στο οποίο λέει ότι αναγνωρίζει ρίζες κοινές με το έργο της Zeus+Δione.
Το πολιτισμικό ενδιαφέρον του εγχειρήματος έγκειται ακριβώς σε αυτή τη συγκράτηση. Σε μια αγορά κορεσμένη από συνεργασίες που συσσωρεύουν σημάδια, το Alpha διατηρεί εδώ την αυτονομία του. Η χειρονομία δεν συνίσταται στην προσθήκη μιας ορατής υπογραφής, αλλά στη μετατόπιση της ανάγνωσης μιας υπάρχουσας φόρμας: το Alpha, το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, γίνεται επίσης η αφετηρία ενός διεθνούς κεφαλαίου για τη Zeus+Δione, για την οποία πρόκειται για την πρώτη συνεργασία με σχεδιαστή τέτοιου βεληνεκούς.
Παραμένει ένα ερώτημα που η κυκλοφορία δεν τεκμηριώνει: πού και πώς κατασκευάζονται αυτές οι τσάντες, και ποιο μέρος της ελληνικής τεχνογνωσίας που διεκδικεί ο οίκος παρεμβαίνει πράγματι στην πραγματοποίησή τους; Εκεί θα κριθεί, πέρα από την αφήγηση, η πραγματική εμβέλεια αυτής της συνάντησης.





























































Cette publication est également disponible en :
